Γλωσσάρι

1-9

1-2-3 Inning: Με αυτή την ονομασία χαρακτηρίζεται ένα εύκολο inning, όπου η άμυνα βγάζει out τρεις επιθετικούς στη σειρά και επομένως επιστρέφει το ταχύτερο στην επίθεση.

1-9: Είναι οι αριθμοί που έχουν αποδοθεί σε κάθε θέση της άμυνας. 1 είναι ο PItcher, 2 o Catcher, 3 ο Παίκτης της Πρώτης βάσης, 4 ο Παίκτης της Δεύτερης βάσης, 5 ο Παίκτης της Τρίτης βάσης, 6 ο Short Stop, 7 ο Αριστερός Οπισθοφύλακας, 8 ο Κεντρικός Οπισθοφύλακας και 9 ο Δεξιός Οπισθοφύλακας.

 

A

ALCS: American League Championship Series. Είναι οι τελικοί της American League όπου ανακυρήσσεται ο Πρωταθλητής της Λίγκας. Νικήτρια ανακηρύσσεται η ομάδα που κερδίζει πέντε από τα επτά παιχνίδια που μπορούν να διεξαχθούν το ανώτερο.

ALDS: American League Devision Series. Είναι οι σειρές των αγώνων ανάμεσα στις τέσσερις ομάδες που πέρασαν στα Play Offs από την American League. Αυτές είναι οι τρεις ομάδες από τα Division (East, Central, West) και η μία ομάδα από την Wild Card. Νικήτρια ανακηρύσσεται η ομάδα που κερδίζει τρία από τα πέντε παιχνίδια που μπορούν να διεξαχθούν το ανώτερο.

American League: Είναι η μία από τις δύο Λίγκες που διεξάγονται ταυτόχρονα στην MLB. Ιδρύθηκε το 1901. Χαρακτηριστικό της -που την ξεχωρίζει από την National League- είναι ότι έχει δεχθεί την χρήση του Designated Hitter.

At Bat: Η εμφάνιση ενός επιθετικού στο ρόπαλο.

Average: Ο μέσος όρος των χτυπημάτων που έχει πετύχει ένα παίκτης στο ρόπαλο. Βρίσκεται διαιρώντας τα χτυπήματα (Hits) δια των At Bats.



B

Balk: Μία παράνομη κίνηση του pitcher που ως στόχο έχει να εξαπατήσει έναν δρομέα που ενδέχεται να θέλει να “κλέψει” μία βάση. Πολύ συχνά είναι ανεπαίσθητες κινήσεις του κορμού, που συνήθως λαμβάνουν την μορφή δισταγμού όταν ο Pitcher ετοιμάζεται να πάρει τη θέση του για να ρίξει το pitch. Η τιμωρία για το Balk είναι όλοι οι επιθετικοί να προχωρήσουν μία βάση.

Ball: Είναι η άστοχη ρίψη (pitch) που κανει ο Pitcher, αποτυγχάνοντας να πετύχει το Strike Zone. Αν στείλει τέσσερα ball τότε ο ροπαλιστής “περπατάει” ελεύθερα (walk) ως την πρώτη βάση χωρίς να έχει χτυπήσει τη μπάλα. Για να χαρακτηριστεί μία ρίψη ως “Ball” από τον διαιτητή θα πρέπει και ο ροπαλιστής να μην κάνει προσπάθεια να πετύχει τη μπάλα.

Base hit: Είναι το χτύπημα της μπάλας με το ρόπαλο όπου η μπάλα σκάει στο έδαφος σε τέτοιο σημείο του γηπέδου ώστε ο ροπαλιστής να έχει το χρόνο να φτάσει τουλάχιστον μέχρι την πρώτη βάση με ασφάλεια.

Baseball: Στα αγγλικά εκτός από το παιχνίδι αυτό καθ’ ευατό, αναφέρεται έτσι και η μπάλα του παιχνιδιού. Αποτελείται από έναν καουτσουκένιο πυρήνα στον οποία τυλίγονται από ειδικά μηχανήματα μάλλινοι σπάγγοι τριών διαμετρημάτων (από τον χονδρότερο στον λεπτότερο) ενώ τέλος ράβονται με κόκκινη κλωστή δύο λευκά δερμάτινα τμήματα. Το βάρος της μπάλας είναι 80 γραμμάρια.

Bases: Είναι οι Βάσεις του παιχνιδιού που βρίσκονται στις τέσσερις γωνίες του εσωτερικού ρόμβου που σχηματίζεται στη μία πλευρά του γηπέδου. Οι τρεις από αυτές τις βάσεις είναι ένα τετράγωνο μαξιλάρι με επικάλυψη σκληρού λευκού πλαστικού, ενώ η μία (το Home Plate) είναι μία πλαστική πλάκα φυτεμένη στο χώμα εκεί όπου στέκεται ο ροπαλιστής. Όταν ένας επιθετικός καταφέρει να κατακτήσει και τις τέσσερις βάσεις, επιστρέφοντας εκεί απ’ όπου ξεκίνησε (στο Home Plate) τότε έχει σημειώσει ένα run (πόντο).

Bat: Είναι το ρόπαλο του παιχνιδιού. Κατασκευάζεται από δύο υλικά: Από ξύλο (που χρησιμοποιείται από επαγγελματίες) και από αλουμίνιο (που χρησιμοποιείται από ερασιτέχνες). Τα ξύλινα ρόπαλα συνήθως έχουν μόνο μέτρηση μήκους καθώς το βάρος προέρχεται από το ίδιο το υλικό. Επίσης υπάρχουν και ξύλινα ρόπαλα κατασκευασμένα από έναν συνδυασμό μοντέρνων υλικών ξύλου, όμως η χρήση τους απαγορεύεται στους αγώνες, καθώς το ρόπαλο θα πρέπει να είναι κατασκευασμένο από ένα και μόνο κομμάτι ξύλου.
Τα αλουμινένια ρόπαλα έχουν δύο μετρήσεις, εκείνη του μήκους και εκείνη του βάρους. Συνήθως αναφέρονται σε ίντσες και λίβρες. Για τους ενήλικες τα μήκη κυμαίνονται από 30 ιντσες μέχρι 34 και το βάρος από 26 μέχρι 31 λίβρες. Ο συνδυασμός των δύο αριθμών δίνει και τον τύπο του ροπάλου. Δηλαδή: Αν ένα ρόπαλο έχει μήκος 33 ιντσών και βάρος 30 λιβρών τότε είναι -3. Αν είναι 29 λιβρών είναι -4 και άρα ελαφρύτερο. Αν τώρα είναι 32 ιντσών και 27 λιβρών είναι -5 και άρα πολύ ελαφρύ και πιο κοντό.

Batting Gloves: Είναι τα προστατευτικά γάντια που φορούν οι ροπαλιστές όταν χτυπούν με το ρόπαλο.

Batter: Είναι ο ροπαλιστής.

Batter’s Box: Είναι το ορθογώνιο που είναι σχεδιασμένο με λευκή γραμμή στα δεξιά και αριστερά του Home Plate. Εκεί πρέπει να σταθεί ο ροπαλιστής και να έχει και τα δυο του πόδια μέσα σε αυτό για να δεχθεί ρίψη από τον Pitcher. Αν τα πόδια του πατάνε έξω, η ρίξη χαρακτηρίζεται strike ασχέτως αν ήταν εύστοχη ή όχι.

Battery: Αναφερόμαστε με αυτό τον όρο ο Pitcher και ο Catcher μαζί, καθώς είναι οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές της αμυντικής διάταξης κάθε ομάδας.

Blupper: Έτσι χαρακτηρίζεται ένα hit που προήλθε από το αδύναμο αλλά περιέργως τυχερό χτύπημα της μπάλας από το ρόπαλο, που έχει ως αποτέλεσμα η μπάλα να πάρει μία ψηλή τροχιά να περάσει πάνω από τους infielders και να σκάσει μπροστά από τους outfielders στο λεγόμενο no mans’ land.

Bull Pen: Είναι ο χώρος στον οποίο προθερμαίνονται οι αναπληρωματικοί pitchers, ενώ την ίδια στιγμή με τον ίδιο όρο ονομάζονται και όλοι μαζί οι αναπληρωματικοί pitchers. Από που προήλθε ο όρος είναι άγνωστο. Μια θεωρία πάντως θέλει με τον όρο Bullpen να χαρακτηρίζονται τα κάγκελα στα οποία μαντρώνονται τα βοοειδή πριν οδηγηθούν στη σφαγή.

Bunt: Είναι το ελαφρύ χτύπημα της μπάλας με το ρόπαλο, χωρίς να στοχέυει ο ροπαλιστής να διώξει τη μπάλα μακριά, αλλά αντιθέτως να την τοποθετήσει κάπου ανάμεσα στον pitcher και τον catcher. Στόχος αυτού του χτυπήματος είναι η άμυνα να αναγκαστεί να ασχοληθεί με τον ροπαλιστή που τρέχει προς την πρώτη βάση κι έτσι να βρουν το χρόνο άλλοι δρομείς να προωθηθούν προς την επόμενη βάση. Ακριβώς λόγω του ότι με αυτό το χτύπημα ο ροπαλιστής στην ουσία θυσιάζεται για να προχωρήσουν οι συμπαίκτες του, το bunt πολύ συχνά αναφέρεται και ως sacrifice bunt.


C

Cage: Με αυτό τον όρο χαρακτηρίζονται οι χώροι προπόνησης των ροπαλιστών που περιβάλλονται από δύχτια, σχηματίζοντας έτσι ένα κλουβί.

Cap: Έτσι λέγεται το καπέλο που φορούν όλοι οι παίκτες (και οι οπαδοί) του Baseball.

Catch: Είναι το πιάσιμο της μπάλας από οποιοδήποτε παίκτη με το ειδικό γάντι του Baseball.

Catcher: Είναι ο παίκτης με τα πολλά προστατευτικά που παίρνει θέση απέναντι από τον pitcher, πίσω και πολύ κοντά στον ροπαλιστή. Φοράει ειδική μεταλλική μάσκα, θώρακα και περικνυμίδες, ενώ το γάντι του είναι πολύ χοντρό προκειμένου να απορροφά τις πολύ δυνατές ρίψεις που κάνουν οι pitchers. Είναι ιδιαίτερα σημαντικός παίκτης καθώς είναι ο μόνος που κοιτάζει προς τους άλλους 8 συμπαίκτες του γι’ αυτό και συνήθως μεταφέρει οδηγίες των προπονητών προς την υπόλοιπη ομάδα. Έχει ως συντόμευση το γράμμα C.

Change up: Ειδικός τύπος ρίψης (pitch) κατά την οποία ο pitcher βάζει όλη του τη δύναμη, κάνοντας τον ροπαλιστή να νομίσει ότι το pitch θα είναι πολύ γρήγορο, ενώ στην πραγματικότητα λόγω της ειδικής λαβής χάνει δύναμη και είναι πολύ αργό. Συχνά αναφέρεται και ως Circle Change Up καθώς ο δείκτης και ο αντίχειρας σχηματίζουν έναν κύκλο.

Cycle: Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται στην πρόταση Hit for the Cycle, περιγράφοντας την πολύ καλή απόδοση ενός παίκτη ο οποίος σε ένα παιχνίδι έχει καταφέρει να κάνει ένα χτύπημα μίας βάσης, ένα χτύπημα δύο βάσεων, ένα χτύπημα τριών βάσεων και ένα Homerun. Η σειρά που θα επιτευχθούν τα χτυπήματα δεν έχει σημασία.

Clean - up Hitter: Έτσι αναφέρεται ο τέταρτος παίκτης του Line Up, ο οποίος θεωρείται πολύ καλός στο ρόπαλο και αναμένεται με το χτύπημά του να αδειάσει τις βάσεις που θα έχουν γεμίσει οι τρεις που προηγούνται απ’ αυτόν. Επίσης ως second Clean-up αναφέρεται ο όγδοος παίκτης για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

Cleats: Ονομάζονται οι τάπες των παπουτσιών του Baseball, οι οποίες δεν διέπονται από κανόνες (όπως στο ποδόσφαιρο) κι έτσι μπορούν να είναι μεταλλικές λάμες που είναι πιο αποδοτικές στο χώμα και στο γρασίδι, ενώ συνήθως στα προπονητικά παπούτσια μπορεί να είναι και πλαστικές.

Complete Game: Έτσι ονομάζεται ένα παιχνίδι στο οποίο ο pitcher έριξε τη μπάλα και στα 9 innings. Συνήθως complete game κάνουν οι pitchers όταν η ομάδα τους κερδίζει και η άμυνα έχει καταφέρει να κρατήσει το σκορ σε πολύ χαμηλά επίπεδα (ενδεχομένως και στο μηδέν). Όσο χαμηλότερο είναι το σκορ τόσο λιγότερα pitcher έχει ρίξει ο pitcher. Συνήθως οι pitchers πετούν μεταξύ 90 και 110 pitch σε μία εμφάνιση.

Count: Πρόκειται για την μέτρηση των balls  και των strikes που έχει ένας ροπαλιστής όταν βρίσκεται στο ρόπαλο. Πάντα πρώτα αναφέρονται τα balls και μετά τα strikes.

Curveball: Είναι το pitch κατά το οποίο η μπάλα δεν έχει πολύ δύναμη και λόγω των ανάποδων περιστροφών που της δίνει ο pitcher, σχηματίζει μία καμπύλη τροχιά από πάνω προς τα κάτω με στόχο να εξαπατηθεί ο ροπαλιστής. Πολύ συχνά όταν η καμπύλη είναι μεγάλη αναφέρεται ως “Twelve to six” δηλαδή η μπάλα ανεβαίνει στο ζενίθ, δηλαδή στο σημείο 12 του ρολογιού και πέφτει στο 6.

Cut Off: Έτσι ονομάζεται ο αμυντικός παίκτης που παίρνει θέση ανάμεσα σε δύο συμπαίκτες του που έχουν μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, προκειμένου να υποδεχθεί μία πάσα από το βάθος του γηπέδου και να την στείλει στον τελικό της προορισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση όπου ο Left Fielder έχει φτάσει σχεδόν στην άκρη του γηπέδου και ένας δρομέας ετοιμάζεται να κατευθυνθεί προς το Home Plate για να σκοράρει. Ο Left Fielder λοιπόν στέλνει πάσα στην Cut- Off (συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ο Short Stop) και εκείνος τη στέλνει στον Catcher, ώστε να βγει out ο δρομέας πριν σκοράρει.


D

Diamond: Συνήθης ονομασία του Infield -του ρόμβου δηλαδή που σχηματίζεται στη μία πλευρά του γηπέδου από τις τέσσερις βάσεις- καθώς μοιάζει με διαμάντι. Στην πραγματικότητα είναι ένα τετράγωνο με την κάθε βάση να απέχει από την άλλη 90 πόδια, ή 27,4 μέτρα, ενώ στη μέση βρίσκεται το mount του pitcher το οποίο απέχει 60 πόδια και 6 ίντσες ή 18,39 μέτρα από κάθε βάση.

Dive: Ονομάζεται η βουτιά που κάνουν οι αμυντικοί παίκτες προκειμένου να πιάσουν στον αέρα με το γάντι τους μία δύσκολη μπαλιά, την οποία διαφορετικά δεν θα έπιαναν.

Dead Ball: Ως “νεκρή μπάλα” ονομάζεται η στιγμή κατά την οποία το παιχνίδι έχει διακοπεί και στους δρομείς απαγορεύεται να τρέξουν. Οι κυριότερες στιγμές όπου έχουμε dead ball είναι όταν ένα χτύπημα έχει κριθεί ότι είναι Foul ή όταν ο διαιτητής έχει καλέσει Time out. Επίσης Dead Ball έχουμε όταν ένας ροπαλιστής χτυπηθεί με τη μπάλα από τον pitcher.

Designated Hitter: Είναι ο παίκτης ο οποίος στην επίθεση αναλαμβάνει το καθήκον να χτυπήσει στο ρόπαλο στη θέση του Pitcher. Αυτή είναι και η μοναδική του ευθύνη, καθώς στην άμυνα δεν συμμετέχει. Αυτός ο κανόνας έχει υιοθετηθεί από το 1973 μόνο από την American League και όχι από τη National League. Επίσης δεν έχει Designated Hitter και η Central League της Ιαπωνίας. Ο λόγος που δημιουργήθηκε αυτή η θέση ήταν για να γίνει ταχύτερο και πιο επιθετικό το παιχνίδι, καθώς οι pitchers συνήθως, λόγω της σκληρής προπόνησης στο pitch, δεν είναι καλοί στο ρόπαλο. Ο παίκτης αυτός έχει ως συντόμευση τα γράμματα DH.

Double: Με αυτό τον όρο αναφέρεται το χτύπημα που είναι τόσο μακρινό ώστε να επιτρέψει σε στον ροπαλιστή να φτάσει μέχρι τη δεύτερη βάση.

Double Header: Έτσι λέγονται δύο παιχνίδια που παίζονται την ίδια ημέρα ανάμεσα σε δύο ομάδες, το ένα μετά το άλλο, καθώς το ένα παιχνίδι είχε αναβληθεί το προηγούμενο διάστημα, συνήθως λόγω βροχής.

Double play: Πρόκειται για μία ιδιαίτερα εντυπωσιακή αμυντική φάση, όπου η άμυνα βγάζει διαδοχικά out δύο επιθετικούς. Συνηθέστερο Double Play είναι εκείνο όπου ο Short Stop υποδέχεται τη μπάλα (αφού εκείνη έχει σκάσει στο έδαφος) την πασάρει στον παίκτη της δεύτερης βάσης, ο οποίος έχοντας τη μπάλα στο γάντι του πατάει την δεύτερη βάση και έτσι βγάζει out τον δρομέα που έρχεται από την πρώτη βάση και στη συνέχεια πασάρει στον παίκτη της πρώτης βάσης ο οποίος βγάζει out τον ροπαλιστή που έρχεται στην πρώτη βάση.

Doug out: Έτσι ονομάζονται σε ένα γήπεδο Baseball οι πάγκοι που κάθονται οι δύο ομάδες. Ο λόγος που πήραν αυτή την ονομασία είναι διότι στα γήπεδα της Αμερικής οι πάγκοι είναι κατά τρία με τέσσερα σκαλοπάτια χαμηλότερα από το ύψος του αγωνιστικού χώρου, προκειμένου να προστατεύονται οι παίκτες από μπάλες που εξοστρακίζονται από το ρόπαλο.


E

Earned Run: Είναι ένας στατιστικός όρος που περιγράφει το run που δέχεται μία ομάδα για το οποίο ο Pitcher φέρει γι’ αυτό ευθύνη. Στην ουσία πρόκειται για παίκτες που σκόραραν αφού ανέβηκαν στις βάσεις είτε μετά από Hit, είτε μετά από περπάτημα. Αν όμως ο ροπαλιστής φτάσει στις βάσεις μετά από error της άμυναςκαι σκοράρει, τότε το run του δεν επιβαρύνει το στατιστικό του pitcher.

ERA: Earned Run Average. Είναι η βασική στατιστική μέτρηση της απόδοσης ενός Pitcher. Πρόκειται για τον μέσο όρο των earned πόντων που δέχεται ανά 9 innings. Άρα όσο μικρότερο είναι αυτό το νούμερο, τόσο καλύτερα.

Error: Είναι το λάθος των αμυντικών που έχει ως αποτέλεσμα να μην σημειωθεί ένα out που σε κανονικές συνθήκες θα είχε επιτευχθεί. Συνήθως ως error καταγράφεται μία προσπάθεια κατά την οποία η μπάλα έρχεται σε επαφή με το γάντι του αμυντικού, αλλά τελικά δεν ολοκληρώνεται επιτυχώς. Επίσης είναι το τρίτο νούμερο που αναγράφεται στον πίνακα του σκορ. Τα άλλα δύο είναι τα Runs και τα Hits.


F

Fastball: Είναι το πιο γνωστό Pitch. Είναι το πιο γρήγορο, το πιο ευθύβολο και το πιο σύνηθες Pitch που στέλνει ο κάθε pitcher. Τα πιο γνωστά Fastball είναι το Four Sim και στο Two Sim. Το πρώτο κρατιέται με τέτοιο τρόπο ώστε και οι τέσσερις ραφές της μπάλας να “γδέρνουν” τον αέρα καθώς αυτή περιστρέφεται, για να είναι όσο το δυνατόν πιο ευθεία η βολή. Το δεύτερο κρατιέται έτσι ώστε να αντιδρούν με τον αέρα μόνο οι δύο ραφές τις μπάλας ώστε να χάνει λίγο ύψος ή και να στρίβει ελαφρά. Επίσης υπάρχει και το Cutter (ή Cut Fastball) το οποίο χάνει ξαφνικά ύψος στο τέλος της διαδρομής.

Fair Ball: Είναι μία μπάλα που χτυπήθηκε από το ρόπαλο και έσκασε στον χώρο που εσωκλείουν οι δύο κάθετες γραμμές που απαρτίζουν τα πλευρικά όρια του γηπέδου. Η Fair Ball καταδεικνύεται όταν ο διαιτητής δείξει προς τη μέση του γηπέδου και το παιχνίδι συνεχίζεται κανονικά.

Fair Ground: Έτσι ονομάζεται το τμήμα του γηπέδου το οποίο οριοθετείται από τις γραμμές και τον φράχτη που περικλείουν τον χώρο του γηπέδου όπου βρίσκονται οι αμυντικοί και άρα διαδραματίζεται το παιχνίδι.

Field: Έτσι αναφέρεται το γήπεδο του Baseball. Χωρίζεται στο Infield (δηλαδή στον ρόμβο που σχηματίζουν οι βάσεις) και στο Outfield, τον απώτερο χώρο που βρίσκεται μακριά από το Home Plate είναι καλυμμένος εξ’ ολοκλήρου με γρασίδι και έχει το σχήμα βεντάλιας.

First Baseman: Ειναι ο αμυντικός που καλύπτει την πρώτη βάση. Ιδανικά είναι ψηλός και αριστερόχειρος και είναι ικανός στην υποδοχή της μπάλας με το γάντι. Μάλιστα το γάντι του έχει ειδικό σχεδιασμό και είναι πιο σκληρό από τα κοινά γάντια των άλλων αμυντικών, με μεγαλύτερο άνοιγμα για καλύτερη υποδοχή. Έχει ως συντόμευση το 1B.

Fly out: Είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους καταγράφονται τα out. Σημειώνεται όταν ένας αμυντικός πιάνει τη μπάλα που έχει χτυπηθεί από το ρόπαλο του επιθετικού, πριν εκείνη ακουμπήσει στο έδαφος. Το Fly Out μπορεί να σημειωθεί οπουδήποτε στο γήπεδο, ακόμη και στην περιοχή του Foul.

Force: Πρόκειται για τη “δύναμη” που δημιουργείται προς τους δρομείς που βρίσκονται στις βάσεις, όταν ο ροπαλιστής χτυπήσει τη μπάλα και εκείνη σκάσει στο έδαφος. Τότε αυτομάτως ο ροπαλιστής μετατρέπεται σε δρομέα και τρέχει προς την πρώτη βάση, “σπρώχνοντας” έτσι τον δρομέα που βρίσκεται εκεί, αναγκάζοντάς τον να κινηθεί προς την επόμενη βάση και ούτω καθ’ εξής. Σε περίπτωση πάντως που κάποια βάση είναι άδεια (για παράδειγμα η δεύτερη) τότε η δύναμη επηρεάζει μεν τον δρομέα της πρώτης βάσης και τον αναγκάζει να τρέξει προς τη δεύτερη, όχι όμως και τον δρομέα της τρίτης βάσης, ο οποίος είναι ελεύθερος να αποφασίσει αν θέλει να προωθηθεί ή όχι προς το Home Plate.

Force out: Είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους καταγράφονται τα out. Σημειώνεται όταν ένας αμυντικός που βρίσκεται στις βάσεις αναγκάζεται να τρέξει προς την επόμενη βάση λόγω της “δύναμης” που του ασκεί ο ροπαλιστής που μετατράπηκε σε δρομέα. Οι αμυντικοί λοιπόν μπορούν να στείλουν τη μπάλα σε μία βάση που είναι αναγκασμένος λόγο “δύναμης” να την κατακτήσει ένας δρομέας, σημειώνοντας εκεί το Force out. Πατούν λοιπόν απλά τη βάση όταν δέχονται τη μπάλα, χωρίς να είναι απαραίτητο να ακουμπήσουν τον δρομέα με αυτή.

Foul Ball: Είναι μία μπάλα που χτυπήθηκε από το ρόπαλο και έσκασε έξω από τις δύο κάθετες γραμμές που ορίζουν πλευρικά τα όρια του γηπέδου. Ο διαιτητής την σημειώνει σηκώνοντας τα χέρια του στον αέρα και το παιχνίδι διακόπτεται. Τα χτυπήματα αυτά υπολογίζονται στο Count (τη μέτρηση των Balls και Strikes) ως Strikes όταν ο ροπαλιστής έχει μηδέν ή ένα strike, ενώ όταν έχει δύο strikes τα χτυπήματα αυτά θεωρούνται ως μη γενόμενα και επαναλαμβάνεται το pitch. Τα Foul Balls διέπονται από πολύπλοκους κανόνες. Για παράδειγμα, αν η μπάλα χτυπήσει μέσα στον Fair χώρο, αλλά βγει εκτός των γραμμών πριν την πρώτη ή την τρίτη βάση τότε είναι foul. Αν όμως χτυπήσει στον Fair χώρο και βγει εκτός των γραμμών μετά τις δύο βάσεις τότε είναι Fair και το παιχνίδι συνεχίζεται.

Foul Ground: Είναι ο χώρος του γηπέδου έξω από τις δύο γραμμές που ορίζουν το Fair Ground, (τις Foul Lines). Παρά το γεγονός ότι εκείνο το σημείο δεν θεωρείται χώρος του γηπέδου και σε κάθε γήπεδο είναι διαφορετικού μεγέθους (αλλού μεγαλύτερος κι αλλού μικρότερος) όποια μπαλιά πιαστεί εκεί στον αέρα ο ροπαλιστής είναι out.

Foul Lines: Είναι οι δύο γραμμές που ορίζουν τον χώρο του γηπέδου. Σχηματίζουν ορθή γωνία στην οποία και βρίσκεται το Home Plate (το Σπίτι). Στην άλλη πλευρά των γραμμών ορθώνονται δύο μεγάλες κολώνες που διαχωρίζουν σε ύψος το Fair Ground από το Foul Ground.

Foul Poles: Έτσι ονομάζονται οι κολώνες που βρίσκονται στο τέλος των Foul Lines και διαχωρίζουν σε ύψος το Fair Ground από το Foul Ground. Οι κολώνες αυτές συνήθως είναι βαμμένες κίτρινες και έχουν και ένα μεταλλικό πλέγμα ώστε να αποκτούν μεγάλο φάρδος και να είναι σαφές πότε χτυπούν επάνω τους οι μπάλες που έχουν χτυπήσει οι ροπαλιστές. Όποια μπάλα χτυπήσει επάνω τους θεωρείται Fair και επομένως το χτύπημα ορίζεται Homerun.

Full Count: Αυτός ο ορισμός χρησιμοποιείται όταν η μέτρηση των pitches έχει φτάσει σε 3 Balls και 2 Strike. Στην ουσία όταν έχουμε Full Count κάθε επόμενο pitch αναμένεται να προκαλέσει εξέλιξη στο παιχνίδι καθώς αν σημειωθεί Ball ο ροπαλιστής θα περπατήσει στην πρώτη βάση, ενώ αν σημειωθεί Strike, ο ροπαλιστής θα είναι out. Βέβαια υπάρχει και η περίπτωση η μπάλα να χτυπηθεί Foul, οπότε τότε το pitch θεωρείται “μη γενόμενο” και το Full Count παραμένει αναλλοίωτο.


G

Gap: Έτσι ονομάζεται ο κενός χώρος ανάμεσα σε δύο outfielders (είτε τον left και τον center, είτε τον center και τον right) που σημαίνει ότι εάν χτυπηθεί εκεί μία μπαλιά, είναι πολύ πιθανό να μετατραπεί σε hit, πέφτοντας στο έδαφος.

Grand Slam: Πρόκειται για το υπέρτατο χτύπημα. Είναι το Homerun κατά το οποίο οι τρεις βάσεις είναι γεμάτες και άρα η ομάδα που το πετυχαίνει σκοράρει 4 runs. Για την ιστορία, ο όρος Grand Slam (που θα πει “μεγάλο χτύπημα”) πρώτα χρησιμοποιήθηκε στο Baseball και μετά αποδόθηκε στα τέσσερα τουρνουά του τέννις.

Ground out: Είναι το out που σημειώνεται στην πρώτη βάση, αφότου η μπάλα έχει ακουμπήσει το έδαφος. Στις περισσότερες περιπτώσεις Ground Out η μπάλα δεν έχει βγει από το infield και άρα την διαχειρίζονται οι infielders. Σε σπάνιες περιπτώσεις (και εννοώ στο επαγγελματικό Baseball) ένα Ground Out μπορεί να σημειωθεί από τον Right Fielder όταν αυτός παίζει “ρηχά” και στέλνει τη μπάλα στην πρώτη βάση.

Ground Rule Double: Έτσι ονομάζεται όποιο χτύπημα από το ρόπαλο στείλει τη μπάλα να σκάσει σε Fair Ground και κατόπιν να βγει από το γήπεδο και να πάει στις κερκίδες. Επίσης Ground Rule Double έχουμε όταν ένας αμυντικός κάνει πάσα σε έναν συμπαίκτη του, η μπάλα όμως ξεφύγει από τον έλεγχο της άμυνας και πάει στον πάγκο των ομάδων ή στις κερκίδες.
Σε αυτές τις δύο περιπτώσεις λοιπόν οι δρομείς αποκτούν το δικαίωμα να προχωρήσουν δύο βάσεις από την βάση που ξεκίνησαν.

Glove: Το γάντι μαζί με το ρόπαλο είναι το βασικότερο αξεσουάρ του Baseball. Είναι το μοναδικό “αμυντικό όπλο” των αμυνόμενων οι οποίοι με αυτό μπορούν να σταματούν γρήγορες (και πολλές φορές και επικίνδυνες) μπάλες, αλλά και να πιάνουν δύσκολες μπαλιές κάνοντας θεαματικές βουτιές.

 

H

Hit: Με αυτή τη λέξη δεν εννοούμε απλά το χτύπημα της μπάλας από το ρόπαλο, αλλά το χτύπημα που έχει ως αποτέλεσμα να σκάσει η μπάλα στο έδαφος (σε Fair Ground) σε τέτοιο σημείο ώστε να μπορέσει ο ροπαλιστής να φτάσει τουλάχιστον μέχρι την πρώτη βάση. Επομένως ένα πολύ καλό χτύπημα που στέλνει τη μπάλα πολύ μακριά, αλλά την πιάνει στον αέρα ένας αμυντικός, δεν είναι hit. Επίσης δεν είναι hit όταν η μπάλα χτυπηθεί, σκάσει στο έδαφος, αλλά οι αμυντικοί την στείλουν στην πρώτη βάση και βγάλουν out τον ροπαλιστή.
Τα Hit καταγράφονται στον πίνακα του σκορ ως το δεύτερο από τρία νούμερα. Το πρώτο είναι τα runs και το τρίτο τα errors.

Hit By Pitch: Έτσι ονομάζεται το λάθος του pitcher που έχει ως αποτέλεσμα η μπάλα να χτυπήσει τον ροπαλιστή. Αν συμβεί αυτό ο ροπαλιστής αποκτά το δικαίωμα να πάει στην πρώτη βάση και η μπάλα είναι “νεκρή”. Σύμφωνα πάντως με τους κανονισμούς ο ροπαλιστής οφείλει να προσπαθήσει να αποφύγει τη μπάλα (αν προλαβαίνει) και σε καμία περίπτωση να μην κινηθεί προς τη μπάλα, διότι τότε δεν αποδίδεται στον ροπαλιστη η πρώτη βάση. Όμως αν ο ροπαλιστής βάλει το σώμα του μέσα στο strike zone και χτυπηθεί από την μπάλα, όχι μόνο δεν πάει στην πρώτη βάση, αλλά το pitch αποφασίζεται strike.

Helmet: Είναι το κράτος που φορούν οι ροπαλιστές. Είναι απαραίτητο καθώς εάν η μπάλα πάει προς το κεφάλι του παίκτη, δεν υπάρχει χρόνος για να προστατευθεί. Το κράτος έχει επίσης προστατευτικά για τα αυτιά και πρέπει να παραμένει στο κεφάλι του παίκτη καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας του  στις βάσεις, καθώς πολύ συχνά μία πάσα των αμυντικών μπορεί να χτυπήσει έναν δρομέα.

Home Plate: Πρόκειται για την πλάκα που είναι φυτεμένη στην ορθή γωνία που δημιουργούν οι δύο Foul Lines του γηπέδου. Το σχήμα του μοιάζει με ένα αντεστραμμένο σπίτι και γι’ αυτό το λόγο οι Αμερικάνοι το ονόμασαν “Σπίτι”. Παρά το γεγονός ότι στην ουσία είναι η τέταρτη βάση του διαμαντιού που σχηματίζεται στο infield, διαφέρει από τις άλλες τρεις που θυμίζουν μαξιλάρια, καθώς το Home plate είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένο με το έδαφος. Γι’ αυτό και ονομάζεται “πλάκα” και όχι βάση.

Home run: Είναι το πολύ δυνατό χτύπημα με το ρόπαλο το οποίο στέλνει τη μπάλα έξω από το γήπεδο, ανάμεσα όμως στις δύο Foul Poles (τις κολώνες που ορίζουν το γήπεδο). Όταν σημειωθεί αυτό το χτύπημα ο ροπαλιστής αποκτά το δικαίωμα να ακουμπήσει με την άνεσή του όλες τις βάσεις και άρα να σκοράρει, καθώς οι αμυντικοί δεν έχουν μπάλα για να τον εμποδίσουν. Το ίδιο συμβαίνει και με όποιους δρομείς βρίσκονται στις βάσεις.
Αν το homerun σημειωθεί χωρίς παίκτες στις βάσεις ονομάζεται Solo Homerun (και βάζει ένα run στο σκορ) αν υπάρχουν τρεις δρομείς στις βάσεις ονομάζεται Grand Slam και αν έχει έναν ή δύο δρομείς ονομάζεται 2 run Homerun και 3 run Homerun αντίστοιχα.

 

I

Infield: Είναι το εσωτερικό τμήμα του γηπέδου, το οποίο απαρτίζεται από τον ρόμβο που δημιουργούν οι τέσσερις βάσεις (το λεγόμενο και “διαμάντι”) ενώ μεγάλο μέρος του δεν έχει γρασίδι, καθώς εκεί τρέχουν οι δρομείς και παίρνουν θέση οι infielders.

Infielders: Είναι οι παίκτες που παίρνουν θέση στο Infield. Οι βασικοί infielders είναι ο Παίκτης της Πρώτης βάσης, ο Παίκτης της Δεύτερης βάσης, ο Παίκτης της Τρίτης βάσης και ο Short Stop, ενώ σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται ο Pitcher και ο Cather, οι οποίοι μόλις γίνει το Pitch και χτυπηθεί η μπάλα έχουν τα καθήκοντα ενός κοινού infielder.

Infield Fly: Πρόκειται για τον πιο δυσνόητο κανόνα του Baseball. Για να τοn καταλάβετε πρέπει πρώτα να κατανοήσετε γιατί δημιουργήθηκε ο κανόνας. Στα πρώτα χρόνια του παιχνιδιού -στις αρχές του 1900- όταν οι βάσεις ήταν γεμάτες, ή υπήρχαν δρομείς στην πρώτη ή και τη δεύτερη βάση, οι αμυντικοί όταν γινόταν ένα ψηλό χτύπημα που έμενε στο infield έμπαιναν κάτω από την μπάλα, παρίσταναν ότι θα την πιάσουν και την τελευταία στιγμή την άφηναν να πέσει μπροστά στα πόδια τους. Μόλις λοιπόν οι δρομείς έβλεπαν ότι η μπάλα θα πιαστεί στον αέρα, αναγκαστικά επέστρεφαν στις βάσεις τους, περιμένοντας απλά η μπάλα να πιαστεί και να καταγραφεί ο ροπαλιστής out, ξέροντας ότι εφόσον η μπάλα είναι κοντά στις βάσεις και όχι κάπου βαθιά στο outfield δεν θα έχουν τον χρόνο να τρέξουν προς την επόμενη βάση. Έτσι, μόλις ο αμυντικός άφηνε τη μπάλα να πέσει κάτω, τότε ξαφνικά τα πάντα άλλαζαν, διότι όταν μία μπάλα σκάσει στο έδαφος, αυτομάτως ο ροπαλιστής μετατρέπεται σε δρομέα και τρέχει προς την πρώτη βάση. Έτσι, αυτομάτως ο νέος δρομέας ασκούσε δύναμη (Force) στον δρομέα της πρώτης βάσης, εκείνος στον δρομέα της δεύτερης και ούτω καθεξής. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα οι δρομείς να ξεκινούσαν χωρίς lead από τη βάση τους για να καλύψουν και τα 90 πόδια (27,4 μέτρα) μέχρι την επόμενη βάση και έτσι οι αμυντικοί είχαν περί τα 3,5 με 4 δευτερόλεπτα να σημειώσουν δύο, ή και τρία out, κάνοντας χαλαρά πάσες στην τρίτη, την δεύτερη και τελικά την πρώτη βάση.
Αν τώρα οι δρομείς προαποφάσιζαν ότι οι αμυντικοί θα αφήσουν την μπάλα να σκάσει κάτω και έτρεχαν προς την επόμενη βάση χωρίς να κάνουν Tag Up, τότε οι αμυντικοί είχαν την δυνατότητα να πίασουν τελικά την μπάλα και να βγάλουν τους δρομείς out καθώς θα προσπαθούσαν να επιστρέψουν στην βάση απ' όπου ξεκίνησαν. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα λοιπόν για τους δρομείς.
Η MLB λοιπόν αποφάσισε ότι αυτό πρέπει να αλλάξει και όρισε το Infield Fly. Ο στόχος είναι με το που γίνεται ένα ψηλό χτύπημα και η μπάλα μπορεί να πιαστεί σχετικά εύκολα από έναν Infielder, να μην έχουν οι δρομείς την αμφιβολία τί θα κάνουν οι αμυντικοί, καθώς οι διατητές αναφωνούν "Infield Fly! Τhe batter is out", σηκώνουν το χέρι τους και αυτομάτως ο ροπαλιστής είναι out, οπότε ακόμη κι αν τελικά η μπάλα πέσει στο έδαφος ή πιαστεί, δεν υπάρχει Force και οι δρομείς δεν είναι υποχρεωμένοι να τρέξουν.

Inning: Αυτή είναι η ονομασία των γύρων, ή περιόδων του Baseball. Ένα inning ολοκληρώνεται όταν επιτεθούν και οι δύο ομάδες. Πρώτη επιτίθεται πάντα η φιλοξενούμενη ομάδα και αυτό το μέρος του Inning ονομάζεται Top, ενώ δεύτερη επιτίθεται η γηπεδούχος ομάδα και αυτό το τμήμα του inning ονομάζεται Bottom. Το διάλειμμα ανάμεσα στα δύο τμήματα του Inning ονομάζεται Middle ενώ όταν τελειώσει το inning λέγεται End. Ένας αγώνας Baseball ολοκληρώνεται σε 9 innings, δηλαδή σε 9 επιθέσεις. Αν πάντως η γηπεδούχος ομάδα προηγείται στο σκορ κατά το Middle του 9ου inning, τότε δεν υπάρχει λόγος να επιτεθεί και έτσι ολοκληρώνει το παιχνίδι σε 8 επιθέσεις.

Inside the Park Homerun: Έτσι ονομάζεται ένα πολύ καλό χτύπημα κατά το οποίο η μπάλα δεν βγαίνει μεν από το γήπεδο, όμως καταλήγει να είναι πολύ μακριά από τους αμυντικούς, οπότε καθυστερώντας να την επιστρέψουν στο infield (και τελικά στο σπίτι), δίνουν την ευκαιρία στον ροπαλιστή, να κατακτήσει όλες τις βάσεις και άρα να σκοράρει.

Intentional Walk: Πρόκειται για την απόφαση μίας ομάδας που βρίσκεται στην άμυνα, να “περπατήσει” επίτηδες έναν ροπαλιστή στην πρώτη βάση. Με αυτό τον τρόπο αποφεύγει να του δώσει την ευκαιρία να χτυπήσει και προτιμά να αντιμετωπίσει τον επόμενο ροπαλιστή. Πρόκειται για μία στρατηγική κίνηση που μπορεί να έχει πολλές αιτίες. Η βασικότερη είναι ότι ένας ροπαλιστής είναι πολύ καλός, ενώ ο επόμενος δεν είναι τόσο επικίνδυνος (για παράδειγμα είναι ο pitcher). Επιπλέον πολύ συχνά μπορεί ο επόμενος ροπαλιστής να μην είναι απαραιτήτως χειρότερος από αυτόν που περπατιέται επίτηδες, όμως η απόφαση μπορεί να ληφθεί ώστε να γεμίσει μία κενή βάση (συνήθως η πρώτη) επαναφέροντας έτσι τη δύναμη (Force) σε όλες τις βάσεις, δίνοντας την ευκαιρία στο infield να πετύχει double play.

In the hole: Έτσι ονομάζεται ο επιθετικός που είναι μεθεπόμενος στο ρόπαλο από τον συμπαίκτη του που εκείνη τη στιγμή ροπαλίζει. Έχει αυτό το όνομα καθώς περιμένει έτοιμος (με κράνος και γάντια) μέσα στο Dugout, το οποίο συνήθως είναι σε χαμηλότερο επίπεδο από τον αγωνιστικό χώρο.

Interleague: Είναι τα παιχνίδια της MLB που γίνονται ανάμεσα σε ομάδες διαφορετικών Πρωταθλημάτων (Leagues). Κατά την κανονική περίοδο οι ομάδες αντιμετωπίζουν κυρίως ομάδες της ίδιας Λίγκας και περισσότερο ομάδες του ίδιου Division. Υπάρχουν όμως και παιχνίδια κατά τα οποία μία ομάδα συγκρούεται με ομάδα του άλλου πρωταθλήματος. Μέχρι το 2012 αυτά τα παιχνίδια ήταν περιορισμένα σε κάποιες συγκεκριμένες περιόδους και τότε όλες οι ομάδες έπαιζαν εναντίον ομάδων της άλλης Λίγκας. Αυτό το σύστημα άλλαξε από το 2013 και σχεδόν σε κάθε αγωνιστική, εκτός από τα Intraleague παιχνίδια έχουμε και ένα παιχνίδι Interleague.
Κατά τη διάρκεια των παιχνιδιών της Interleague, και οι δύο ομάδες παίζουν με Designated Hitter όταν γηπεδούχος είναι ομάδα της American League, ενώ αυτός ο κανόνας δεν ακολουθείται όταν η συνάντηση γίνεται σε γήπεδο της National League. Το ίδιο ισχύει και στο World Series.

 

K

Knuckleball: Είναι το πιο δύσκολο pitch που μπορεί να στείλει ένας pitcher. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του pitch είναι ότι η μπάλα πιάνεται με τα ακροδάχτυλα (knuckles) και ρίχνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην περιστρέφεται καθόλου κατά την πτήση μέχρι τον catcher. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η μπάλα να έχει μεν χαμηλή ταχύτητα, αλλά να ακολουθεί ιδιαίτερα ακανόνιστη πορεία δυσκολεύοντας αφάνταστα τους ροπαλιστές.

 

L

Lead: Έτσι ονομάζεται η μικρή απόσταση (περίπου 3 με 4 βήματα) που παίρνει ένας δρομέας από τη βάση την οποία έχει κατακτήσει, προκειμένου να είναι πιο κοντά στην επόμενη βάση, μειώνοντας έτσι την απόσταση ώστε να την κατακτήσει ευκολότερα, είτε με ένα χτύπημα από τον συμπαίκτη του ροπαλιστή, είτε “κλέβοντας” (steal) τη βάση.

Lead Off Hitter: Ειναι ο πρώτος ροπαλιστής της επίθεσης. Συνήθως είναι πολύ γρήγορος ώστε να κινείται γρήγορα και να κλέβει βάσεις.

Line drive: Είναι ένα καλό και δυνατό χτύπημα (hit) κατά το οποίο η μπάλα αποκτά μία ευθεία και σύντομη τροχιά που περνάει πάνω από τους παίκτες του infield και σκάει μπροστά από τους outfielders.

Line up: Είναι η λίστα με την οποία έρχονται στο ρόπαλο οι παίκτες μίας ομάδας. Τα ονόματα σε αυτή τη λίστα δεν μπορούν να αλλάξουν θέση και όταν γίνει αλλαγή παίκτη με αναπληρωματικό, εκείνος κατατάσσεται στην θέση του παίκτη που βγαίνει από το παιχνίδι.

Live Ball: Έτσι ονομάζεται η φάση του παιχνιδιού κατά την οποία, ενώ η δράση έχει φαινομενικά σταματήσει, στην ουσία το παιχνίδι μπορεί να συνεχιστεί κανονικά. Για παράδειγμα: Όταν ένας παίκτης βγει strikeout, κατά τη διάρκεια της επιστροφής του προς τον πάγκο και της έλευσης του επόμενου ροπαλιστή, αν ένας δρομέας απόφασίσει να προωθηθεί στην επόμενη βάση, μπορεί να το κάνει, καθώς η “μπάλα ζωντανή”.

 

M

Mitt: Αυτή είναι η εναλλακτική ονομασία που έχουν τα γάντια στο Baseball. Κυρίως όμως αυτός ο όρος δίνεται στο γάντι του catcher και σπανιότερα στο γάντι του Παίκτη της Πρώτης βάσης.

MLB: Είναι η Ομοσπονδία του επαγγελματικού Baseball στην Αμερική. Τα γράμματα αναλύονται σε Major League Baseball, σε αντιδιαστολή με την Minor League Baseball που είναι η Ομοσπονδία των ομάδων Δεύτερης και Τρίτης Εθνικής που έχει τα αρχικά MiLB.

Mound: Είναι το χωμάτινο βουναλάκι από το οποίο ο pitcher στέλνει τη μπάλα. Έχει συγκεκριμένες διαστάσεις, συγκεκριμένο ύψος, καθώς και ορισμένη υψομετρική διαβάθμιση. Στην κορυφή του mount βρίσκεται το rubber, το οποίο είναι η βαλβίδα την οποία πρέπει να ακουμπά ο pitcher για να ρίξει τη μπάλα.

 

N

National League: Είναι το παλαιότερο επαγγελματικό πρωτάθλημα της Αμερικής. Ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 1876 και εξακολουθεί να είναι η μόνη Λίγκα (μαζί με την Central League της Ιαπωνίας) που δεν έχουν υιοθετήσει τον Designated Hitter.

NLCS: Πρόκειται για το National League Championship Series -δηλαδή για τα τελικά της National League- και διεξάγεται ανάμεσα στους δύο νικητές των παιχνιδιών της National League Division Series. Νικητής του NLCS (και άρα Πρωταθλητής της National League) ανακηρύσσεται εκείνος που θα κερδίσει 4 αγώνες (δηλαδή μπορεί να γίνουν μέχρι και 7 παιχνίδια). Ο νικητής προχωρά στο World Series όπου εκεί θα αντιμετωπίσει τον Πρωταθλητή της American League.

NLDS: Πρόκειται για το National League Devision Series, δηλαδή για τα ημιτελικά ανάμεσα στους τρεις νικητές των Division της National League και την ομάδα που κατέκτησε τη Wild Card. Οι δύο νικητές ανακηρύσσονται όταν κερδίσουν τρεις αγώνες (δηλαδή μπορεί να γίνουν μέχρι και 5 παιχνίδια). Οι δύο νικητές διασταυρώνουν τα ξίφη τους στα NLCS.

No Hitter: Έτσι ονομάζεται ένα πολύ καλό παιχνίδι που κάνει ένας pitcher, κατά το οποίο κανένας ροπαλιστής από την αντίπαλη ομάδα δεν καταφέρνει να σημειώσει Hit. Όμως κατά τη διάρκεια ενός No Hitter οι αντίπαλοι έχουν φτάσει τουλάχιστον μία φορά στις βάσεις είτε με Walk είτε με Error των αμυντικών. Το No Hitter αποδιδεται σε έναν pitcher που θα ολοκληρώσει το παιχνίδι (Complete Game) και συνήθως τελειώνει με μηδέν runs (Shut Out) αν και αυτό δεν είναι απαραίτητο, διότι είναι πιθανό (αν και δύσκολο) μόνο με walks ή με errors να γεμίσουν οι βάσεις και κάποιος να σκοράρει.

No mans’ land: Έτσι αναφέρεται ο χώρος στο γήπεδο, όπου παρά την υπερπροσπάθειά τους κανένας αμυντικός δεν προλαβαίνει να πάει στο συγκεκριμένο σημείο και να πιάσει τη μπάλα στον αέρα.

 

O

On Deck: Έτσι ονομάζεται ο επιθετικός που είναι αμέσως επόμενος στο ρόπαλο από τον συμπαίκτη του που εκείνη τη στιγμή ροπαλίζει. Έχει αυτό το όνομα καθώς περιμένει έξω από το Dugout (άρα πάνω στο επίπεδο του αγωνιστικού χώρου) έτσι ώστε να μην σημειώνονται καθυστερήσεις στην πορεία του παιχνιδιού. Ο On Deck παίκτης κάνει την προθέρμανσή του στον λεγόμενο On Deck Circle δηλαδή σε ένα συγκεκριμένο σημείο με στρογγυλό σχήμα, το οποίο μπορεί να είναι από ειδικό πλαστικό και εκεί βρίσκονται διάφορα αξεσουάρ προθέρμανσης (ρόπαλα με βάρη και αντιολισθητικά είδη, όπως κολλητικό σπρέι ή ρετσίνι).

Opposite Field Hit: Είναι το χτύπημα που κάνει ένας ροπαλιστής στέλνοντας τη μπάλα στην αντίθετη πλευρά απ’ όπου τον περιμένει η άμυνα να χτυπήσει. Λόγω του τρόπου που περιμένουν οι ροπαλιστές στο Batter’s Box για να χτυπήσουν τη μπάλα, συνήθως οι δεξιόχειροι χτυπούν προς τα αριστερά και οι αριστερόχειροι προς τα δεξιά. Το αντίθετο είναι το Opposite Field.

Out: Είναι ο βασικός στόχος της άμυνας. Δηλαδή να βγάλει από το inning το ταχύτερο δυνατόν τρεις παίκτες της αντίπαλης ομάδας. Τα Out χωρίζονται σε πέντε είδη τα οποία μπορείτε να βρείτε στο γλωσσάρι: Στο Strike Out, στο Fly Out, στο Ground Out, στο Force Out και στο Tag Out. Όταν ο διαιτητής σημειώνει έναν παίκτη Out συνήθως δείχνει τη γροθιά του, ή κάνει μία κίνηση σαν να ρίχνει μία μπουνιά προς τον παίκτη που βγαίνει από το παιχνίδι.

Outfield: Είναι το τμήμα του γηπέδου που βρίσκεται μακριά από το Home plate και το Infield. Είναι καλυμένο πλήρως με γρασίδι (με εξαίρεση το Warning track) και σε αυτό βρίσκονται οι τρεις Outfielders.

Outfielders: Είναι οι τρεις παίκτες της άμυνας που καλύπτουν το Outfield. Ονομάζονται Left Fielder, Center Fielder και Right Fielder, και στα Ελληνικά έχουν μεταφραστεί ως Αριστερός Οπισθοφύλακας, Κεντρικός Οπισθοφύλακας και Δεξιός Οπισθοφύλακας αντίστοιχα. Συνήθως είναι γρήγοροι παίκτες για να καλύπτουν μεγάλη έκταση και έχουν μεγάλο γάντι για να πιάνουν ευκολότερα τη μπάλα. Οι Outfielders έχουν ως συντόμευσεις τα εξής γράμματα: LF, CF και RF.

 

P

Pennant: Έτσι ονομάζεται το Πρωτάθλημα της National και της Americanl League.

Perfect Game: Το τέλειο παιχνίδι είναι η καλύτερη εμφάνιση που μπορεί να κάνει ένας pitcher. Είναι το παιχνίδι εκείνο κατά το οποίο κανένας αντίπαλος και με κανένα τρόπο δεν φτάνει στην πρώτη βάση. Άρα ο πίνακας του σκορ γράφει 0 στα runs, 0 στα hits και 0 στα errors, ενώ υπάρχει επίσης ένα ακόμη  μηδέν στα Walks. Στην ουσία έχουν ανεβεί 27 ροπαλιστές και οι 27 έχουν κάτσει κάτω. Εννοείται ότι το Perfect Game το ολοκληρώνει ένας Pitcher. Σε όλη την ιστορία της MLB από τα τέλη του 1800, έχουν σημειωθεί μόλις 23 Perfect Games, με τελευτάιο εκείνο του Felix Hernandez στις 15 Αυγούστου του 2012.

Pickoff: Είναι η πάσα που κάνει ο pitcher προς μία από τις βάσεις όπου βρίσκεται ένας δρομέας, με διττό στόχο: Να του κάνει σαφές ότι τον παρακολουθεί και άρα να μην του επιτρέψει να πάρει μεγάλο Lead προς την επόμενη βάση και δεύτερον να προσπαθήσει να τον βγάλει out αν βρίσκεται ήδη πολύ μακριά από τη βάση και δεν προλάβει να επιστρέψει σε αυτή. Πάντως το out για να σημειωθεί απαιτεί και Tag (ακούμπημα με την μπάλα) από τον αμυντικό που προστατεύει αυτή τη βάση.

Pinch Hitter & Pinch Runner: Με τον όρο Pinch αναφέρονται οι αναπληρωματικοί παίκτες που αντικαθιστούν έναν ροπαλιστή (Pinch Hitter) ή έναν δρομέα (Pintch Runner). Συνήθως τέτοιου είδους αλλαγές γίνονται προς το τέλος του παιχνιδιού, ενώ σχεδόν πάντα όταν ολοκληρώνεται η εμφάνιση ενός pitcher και έρχεται η σειρά του στο ρόπαλο βγαίνει ένας Pinch Hitter στη θέση του, και στη συνέχεια ο ροπαλιστής αυτός αντικαθίσταται ξανά από άλλον pitcher και δεν ξαναπαίζει.

Pitch: Είναι η ρίψη του Pitcher. Στην ουσία πρόκειται για μία πάσα προς τον Catcher είτε πολύ δυνατή, είτε πολύ τεχνική, η οποία έχει ως στόχο να περάσει μέσα από το Strike Zone. Τα pitch χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες τα Fastball και τα Off speed Pitch ή Breaking Balls, ενώ τα τέσσερα πιο γνωστά pitch είναι το Four-seam Fastball, το Curveball, το Slider και το Change-Up. Άλλα pitch είναι τα εξής:
Κατηγορία Fastball: Two-seam Fastball, Cutter, Splitfinger, Sinker, Fourkball.
Κατηγορία Breaking balls: Slurve, Screwball, Circle Changeup.

Pitch around: Είναι μία τακτική που ακολουθεί ο pitcher, όταν θέλει να αποφύγει να αντιμετωπίσει έναν ροπαλιστή, αλλά ταυτόχρονα δεν θέλει να του δείξει ότι τον φοβάται τόσο ώστε να τον περπατήσει επίτηδες (intentional walk). Στο pitch around λοιπόν ο pitcher ρίχνει Balls και τελικά περπατάει τον pitcher.

Pitcher: Είναι ο βασικότερος παίκτης της άμυνας, καθώς από αυτόν ξεκινά και μοιράζεται το παιχνίδι. Κυριολεκτικά pitcher θα πει “Καράφα”, καθώς αυτό το σκεύος χρησιμοποιείται για να σερβιριστεί το νερό ή το κρασί. Λόγω της σοβαρότητας της θέσης του pitcher σε κάθε παιχνίδι ανακηρύσσεται ο pitcher που πιστώνεται τη νίκη και εκείνος που χρεώνεται την ήττα. Ο Pitcher σχεδόν σε όλον τον κόσμο δεν συμμετέχει στην επίθεση καθώς δεν αναλαμβάνει το ρόπαλο και αντικαθίσταται από τον Designated Hitter. Μοναδική εξαίρεση είναι η National League στην Αμερική και η Central League στην Ιαπωνία. Έχει ως συντόμευση το γράμμα P.

Position Players: Είναι οι 7 παίκτες της άμυνας εκτός από τον Pitcher και τον Catcher.

Postseason ή Play Offs: Με αυτόν τον τίτλο, αναφερόμαστε σε όλα τα παιχνίδια που ακολουθούν την κανονική περίοδο που τελειώνει στα τέλη Σεπτεμβρίου. Στην MLB τα Play Offs διεξάγονται τον Οκτώβριο και σε αυτά συμμετέχουν οι έξι ομάδες που κατέκτησαν τα Division τους (East, Central και West της National και της American League) και οι δύο ομάδες που κέρδισαν το Wild Card της κάθε Λίγκας.


R

RBI: Είναι ένα στατιστικό, το οποίο μετράει πόσοι πόντοι μπήκαν με τη βοήθεια του ροπάλου ενός παίκτη. Αυτό δεν σημαίνει ότι απαραιτήτως ο ροπαλιστής μπορεί να σημειώσει Hit για να πάρει ένα RBI, καθώς δεν αποκλείεται ένας παίκτης να χτυπήσει τη μπάλα, να βγει out, αλλά επειδή η άμυνα ασχολήθηκε μαζί του, έναν άλλος παίκτης που ήταν στις βάσεις, να σκοράρει. Έτσι ο ροπαλιστής πιστώνεται το RBI κι ας βγήκε out. Επίσης στις περιπτώσεις Homerun ο ροπαλιστής και σκοράρει και παίρνει και το RBI του εαυτού του, καθώς και όσων άλλων βρίσκονται στις βάσεις.

Regular Season: Είναι η κανονική περίοδος των αγώνων (σε αντιδιαστολή με το Postseason) η οποία στην Αμερική έχει διάρκεια 6 μήνες. Από τον Απρίλιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Σε αυτό το διάστημα οι 30 ομάδες που συμμετέχουν στην MLB δίνουν 162 παιχνίδια η κάθε μία. Μέσα από αυτούς τους αγώνες ανακηρύσσονται οι Πρωταθλητές των Division, καθώς και οι ομάδες που κατέκτησαν το Wild Card.

Reliever: Με αυτόν τον γενικό τίτλο χαρακτηρίζονται οι Pitchers που δεν ξεκινούν το παιχνίδι (Starters). Οι Relievers συνήθως κάθονται στο Bullpen -σε έναν ειδικό χώρο μακριά από τον πάγκο της ομάδας (Dugout)- και γι’ αυτό πολλές φορές ονομάζονται συνολικά επίσης Bullpen. Ως Relievers (ή Relief Pitchers) αναφέρονται επίσης ο Closer (ο pitcher που αναλαμβάνει να τελειώσει το παιχνίδι) και ο Set-up Man, ο οποίος συνήθως βγαίνει στο 8ο inning με στόχο να συγκρατήσει το σκορ (να κάνει δηλαδή Hold) για να έρθει μετά ο τελευταίος pitcher.

Rotation: Με αυτή τη λέξη χαρακτηρίζεται η ομάδα των starting pitchers τους οποίους χρησιμοποιεί κάθε ομάδα και εναλλάσσονται στα καθημερινά παιχνίδια της κανονικής περιόδου. Ο λόγος που υπάρχει το rotation είναι διότι ένας pitcher όταν ρίξει περί τα 100 pitch σε έναν αγών χρειάζεται να ξεκουραστεί τουλάχιστον για 3 ημέρες πριν ξαν’ ανέβει στο mount. Το Rotation αποτελείται από 5 pitchers που σημαίνει ότι οι παίκτες που το απαρτίζουν λαμβάνουν τουλάχιστον 4 ημέρες ξεκούρασης.

Rubber: Έτσι ονομάζεται η πλαστική βαλβίδα που βρίσκεται φυτεμένη πάνω στο mount (το βουναλάκι του pitcher) και στην οποία πρέπει να ακουμπά το πόδι του pitcher όταν στέλνει τη μπάλα προς τον ροπαλιστή και τον catcher. Η απόσταση που έχει το Rubber από το Home Plate είναι 60 πόδια και 6 ίντσες ή 18,39 μέτρα.

Run: Είναι ο πόντος στο Baseball. Σημειώνεται όταν ένας δρομέας αφού ακουμπήσει όλες τις βάσεις, επιστρέψει στο Home Plate απ’ όπου ξεκίνησε.

Runner: Είναι ο Δρομέας, εκείνος δηλαδή που τρέχει στις βάσεις με απώτερο στόχο να σκοράρει κατακτώντας όλες τις βάσεις. Σε δρομέα μετατρέπεται κάθε ροπαλιστής ο οποίος αφού χτυπήσει τη μπάλα και εκείνη σκάσει στο έδαφος, τότε πετάει μακρυά το ρόπαλο (ιδανικά σε foul ground) και τρέχει προς την πρώτη βάση.

Rundown: Είναι μία τεχνική της άμυνας, κατά την οποία οι infielders καταφέρνουν να εγκλωβίσουν έναν δρομέα ανάμεσα σε δύο βάσεις και τον κυνηγούν (εξού και ο τίτλος) μέχρι να τον ακουμπήσουν μακριά από τις βάσεις. Εδώ πάντως να τονίσουμε ότι οι δρομείς μπορούν να κινούνται σε έναν ευθύ διάδρομο πλάτους σχεδόν ενός μέτρου που συνδέει τις βάσεις και δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από αυτόν. Αν το κάνουν είναι αυτομάτως out χωρίς να τους αγγίξουν οι αμυντικοί με την μπάλα.

 

S

Safe: Αυτή είναι η λέξη που αναφωνεί ο διαιτητής όταν ένας δρομέας φτάσει “ασφαλώς” στην βάση που επιχειρεί να κατακτήσει, προλαβαίνοντας τους αμυντικούς οι οποίοι προσπαθούν να τον βγάλουν out. Μαζί με την φωνή, ο διαιτητής ανοίγει τα χέρια στην έκταση (από το κέντρο προς τα δεξιά και τα αριστέρα).

Score Board: Είναι ο πίνακας του σκορ στο Baseball. Σε αυτόν αναφέρεται πρώτα η φιλοξενούμενη ομάδα (που ροπαλίζει πρώτη) και μετά η γηπεδούχος. Ακολουθούν 10 κουτάκια που αποτελούν τα 9 inning και σημειώνονται τα runs που επιτυγχάνονται σε κάθε γύρο και ένα για την παράταση, ενώ στο τέλος σημειώνονται τρεις αριθμοί. Ο πρώτος είναι το σύνολο των Runs, ο δεύτερος είναι τα Hits (χτυπήματα) και ο τρίτος είναι τα Errors (λάθη).

Seams: Είναι οι ραφές της μπάλας. Είναι αυστηρά 108 και γίνονται με κόκκινη κλωστή. Η τεχνική τους λειτουργία είναι να συγκρατούν ραμμένα τα λευκά δερμάτινα καλύμματα που περικλείουν τον πυρήνα της μπάλας. Όμως, λόγω της αντίδρασης που κάνουν στον αέρα, αναλόγως τις περιστροφές που δίνει ένας Pitcher, επηρεάζουν την πορεία της μπάλας δημιουργώντας τα διάφορα είδη pitch.

Second Baseman: Είναι ο Παίκτης της Δεύτερης βάσης, ο οποίος όμως μοιράζεται την ευθύνη της με τον Short Stop. Θεωρητικά έχει το ευκολότερο έργο στο infield καθώς απέχει την μικρότερη απόσταση από την πρώτη βάση, είναι όμως ο βασικότερος συμμετέχων στο Double Play. Είναι αποκλειστικά και μόνο δεξιόχειρος και έχει ως συντόμευση το 2B.

Seventh Inning Stretch: Έτσι ονομάζεται το κατά λίγα λεπτά μεγαλύτερο διάλειμμα στο Middle του 7ου inning, όπου συνήθως τραγουδιέται το God Bless America και το Take me Out to the Ball Game.

Shift: Πρόκειται για μία αμυντική διάταξη του infield, όπου τρεις από τους τέσσερις επιθετικούς παίρνουν θέση στα δεξιά, ή στα αριστερά της δεύτερης βάσης, αφήνοντας στη αντίθετη πλευρά μόνο τον παίκτη της τρίτης βάσης, ή εκείνον της πρώτης. Αυτό συμβαίνει καθώς οι αμυντικοί πιθανολογούν ότι ο ροπαλιστής θα χτυπήσει προς την κατεύθυνση που εκείνοι παρέταξαν τους περισσότερους παίκτες.

Short Stop: Είναι ίσως ο πιο σημαντικός παίκτης των position players του infield , καθώς δέχεται τις περισσότερες άμυνες. Συνήθως είναι γρήγορος στα πόδια καθώς έχει να καλύψει μεγάλη ακτίνα στο χώρο, είναι εκείνος που έχει πάντα προτεραιότητα όταν μία μπαλιά είναι διεκδικήσιμη από περισσότερους παίκτες, έχει καλό και εύστοχο χέρι καθώς έχει να καλύψει αρκετή απόσταση ως την πρώτη βάση και γενικώς είναι πολύ αθλητικός. Στα πρώτα χρόνια του παιχνιδιού ο Short Stop δεν υπήρχε και στο infield βρίσκονταν μόνο τρεις παίκτες. Αντιθέτως στο Outfield υπήρχαν τέσσερις. Κάποια στιγμή όμως, κατά τα τέλη του 1800, ο προπονητής της πρώτης ομάδας του παιχνιδιού, ο Doc Adams των Knickerbockers, δημιούργησε τον επιπλέον παίκτη του infield και τον ονόμασε Short Stop.  Του απέδωσε δε ως συντόμευση τα γράμματα SS, πολλά χρόνια δηλαδή πριν τα γράμματα αυτά συνδεθούν με τη ναζιστική Γερμανία.

Shout Out: Είναι η νίκη ενός Pitcher κατά την οποία η αντίπαλη ομάδα, παρά το γεγονός ότι σημειώνει Hits ή κερδίζει walks οπότε ανεβάζει παίκτες στις βάσεις, κανένας από αυτούς δεν καταφέρνει να σκοράρει και τελικά το σκορ για τους ηττημένος παραμένει στο μηδέν.

Signs: Είναι τα σήματα με διάφορους κώδικες που δίνονται ανάμεσα σε παίκτες, ή προπονητές μεταδίδοντας διάφορα επιθετικά ή αμυντικά συστήματα, έτσι ώστε να μην ξέρουν οι αντίπαλοι τί πρόκειται να συμβεί. Τα πιο γνωστά σήματα είναι εκείνα που στέλνει σε κάθε pitch ο catcher στον pitcher, καθώς και εκείνα που δίνει ο προπονητής της τρίτης βάσης στους δρομείς. Πολύ συχνά πάντως σήματα μεταδίδουν και οι επικεφαλής προπονητές στον catcher και εκείνος με τη σειρά του στον pitcher ή ακόμη και στην υπόλοιπη ομάδα.

Single: Με αυτή τη λέξη περιγράφεται ένα hit όπου ο ροπαλιστής καταφέρνει να φτάσει μόνο ως την πρώτη βάση.

Slide: Είναι το γλίστρημα που κάνει ένας δρομέας φτάνοντας σε μία βάση προκειμένου να την κατακτήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα χωρίς να την προσπεράσει και παράλληλα να αποφύγει το ακούμπημα από τη μπάλα (tag).

Slider: Είναι ένα ειδικό pitch κατά το οποίο η μπάλα κινείται από τα δεξιά προς τα αριστερά ή το αντίθετο, ανάλογα με ποιο χέρι ρίχνει ο pitcher. Συνήθως οι δεξιόχειροί στέλνουν τη μπάλα από τα δεξιά προς τα αριστερά.

Squeeze Play: Ονομάζεται έτσι η επιθετική τακτική κατά την οποία ο ροπαλιστής κάνει bunt έχοντας έναν παίκτη στην τρίτη βάση, ο οποίος (γνωρίζοντας ήδη μέσω των σημάτων των προπονητών) ότι θα γίνει squeeze play, ξεκινά να τρέχει προς το σπίτι μόλις γίνει το pitch. Έτσι, η άμυνα αναγκάζεται να ασχοληθεί με τον ροπαλιστή που τρέχει προς την πρώτη βάση και αδυνατεί να βγάλει το out στο σπίτι, δεχόμενη τον πόντο.

Steal: Πρόκειται για το κλέψιμο μίας βάσης, δηλαδή για την προώθηση ενός δρομέα στην επόμενη βάση χωρίς να έχει γίνει χτύπημα της μπάλας από το ρόπαλο. Στην ουσία, ένας δρομέας, αφού έχει πάρει lead (απόσταση) από τη βάση στην οποία βρίσκεται, εκμεταλλεύεται τον χρόνο που κάνει η μπάλα να φτάσει από τον pitcher στον catcher και από εκείνον στους παίκτες που καλύπτουν την δεύτερη ή τρίτη βάση, για να προωθηθεί σε αυτή. Το συνηθέστερο κλέψιμο γίνεται στη δεύτερη βάση και σπανιότερα στην τρίτη, ενώ το πιο εντυπωσιακό κλέψιμο είναι το κλέψιμο του σπιτιού, καθώς όχι μόνο αποφέρει τον πόντο, αλλά συνήθως πιάνει “στον ύπνο” την άμυνα και είναι πολύ οριακό.

Strike: Είναι η αποτυχία του ροπαλιστή να χτυπήσει ένα pitch. Όταν ένας ροπαλιστής αποτύχει τρεις φορές να πετύχει τη μπάλα τότε βγαίνει Strike out. Ως strike καταγράφεται πάντα η κίνηση του ροπάλου και η αποτυχία. Επίσης strike είναι ένα εύστοχο pitch που μπήκε μέσα στο Strike Zone χωρίς ο ροπαλιστής να κινηθεί. Επίσης ως strike καταγράφεται ένα χτύπημα που στέλνει τη μπάλα σε περιοχή Foul και η μέτρηση των strike είναι είτε μηδέν είτε ένα. Δηλαδή αν ένας παίκτης έχει δύο strike και χτυπήσει τη μπάλα foul το pitch θεωρείται ως μη γενόμενο και δεν υπάρχει όριο στην επανάληψη. Στην μέτρηση (count) των ball και των strike, το strike αναφέρεται πάντα δεύτερο.

Strike out: Είναι το out που σημειώνεται όταν ένας ροπαλιστής δεν χτυπάει τρία εύστοχα pitch, ή κάνει τρεις προσπάθειες και αποτύχει να πετύχει τη μπάλα, ασχέτως αν αυτή είναι εύστοχη ή άστοχη (ball).

Strike Zone: Είναι το νοητό ορθογώνιο που σχηματίζεται μπροστά από τον ροπαλιστή και αν η μπάλα περάσει μέσα από αυτό ορίζεται από τον διαιτητή ως Strike. Η ζώνη αυτή έχει τα εξής όρια: Δεξιά και αριστερά τις άκρες του Home Plate (δηλαδή η μπάλα πρέπει να περάσει πάνω από αυτή την πλάκα). Τα κάτω όρια είναι το γόνατο του ροπαλιστή και τα πάνω όρια το στήθος του ροπαλιστή.

Sweet Spot: Είναι το σημείο του ροπάλου, όπου αν χτυπήσει εκεί η μπάλα αποκτά την μεγαλύτερη ταχύτητα και την ίδια στιγμή δεν μεταφέρει κανέναν κραδασμό στα χέρια του ροπαλιστή, κάνοντας το χτύπημα αποδοτικό και “γλυκό”..

 

T

Tag: Ειναι το ακούμπημα. Τα ακουμπήματα στο baseball είναι δύο ειδών. Το ένα είναι το ακούμπημα ενός επιθετικού με τη μπάλα από έναν αμυντικό. Προσοχή! Για να είναι επιτυχημένο ένα tag πρέπει το χέρι ή το γάντι που έχει τη μπάλα να αγγίξει τον αντίπαλο. Δεν αρκεί να είναι η μπάλα στο ένα χέρι, ή στο γάντι και να γίνει το tag με το άδειο χέρι. Πρέπει να γίνει με το χέρι που έχει τη μπάλα. Το δεύτερο tag αφορά τον δρομέα και αναφέρεται στο ακούμπημα της βάσης (tag up) ώστε να προωθηθεί ο δρομέας προς την επόμενη βάση, όταν  η μπάλα πιαστεί στον αέρα από έναν αμυντικό.

Tag out: Είναι το out που σημειώνεται με ακούμπημα. Αυτό γίνεται οποιαδήποτε στιγμή ένας δρομέας συλληφθεί από έναν αμυντικό να μην ακουμπάει στη βάση. Δηλαδή, ο αμυντικός ακουμπάει τον επιθετικό με τη μπάλα κρατώντας την στο χέρι ή στο γάντι, πριν εκείνος καταφέρει να ακουμπήσει σε μία βάση.

Take me Out to the Ball Game: Είναι το πιο γνωστό και ιστορικό τραγούδι αφιερωμένο στο Baseball. Γράφτηκε το 1908 για μία επιθεώρηση από τον Jack Norworth, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε βρεθεί ποτέ μέχρι τότε σε ένα αγώνα Baseball.

Third Baseman: Είναι ο παίκτης που είναι επιφορτισμένος να φυλάει την τρίτη βάση. Συνήθως έχει καλά αντανακλαστικά, πολύ δυνατό χέρι και ακριβή πάσα, καθώς βρίσκεται στη μεγαλύτερη απόσταση από την πρώτη βάση, συγκριτικά όμως με τον Short Stop μπορεί να μην είναι τόσο κινητικός και αθλητικός. Έχει ως συντόμευση το 3B.

Third Dropped Strike: Πρόκειται για έναν ακόμα παράξενο κανόνα του Baseball, που έχει φτιαχτεί στην προσπάθεια να υπάρχει ισονομία και ισορροπία ανάμεσα στους επιτιθέμενους και τους αμυνόμενους. Στο third Dropped Strike, όταν ένα ροπαλιστής δεχτεί το τρίτο strike (είτε προσπαθήσει είτε όχι να το χτυπήσει) και η μπάλα, είτε χτυπήσει πρώτα στο έδαφος και μετά την πιάσει ο Catcher, είτε του πέσει στο έδαφος λόγω κακού πιασίματος, ο ροπαλιστής αυτομάτως μετατρέπεται σε δρομέα και μπορεί να προσπαθήσει να κατακτήσει την πρώτη βάση αν εκείνη είναι ελεύθερη, ή αν έχουν σημειωθεί δύο out. Τότε η άμυνα θα πρέπει να προσπαθήσει να τον βγάλει out όπως ακριβώς και σε όποια άλλη περίπτωση.
Ο κανόνας έχει δημιουργηθεί καθώς υπάρχει η άποψη ότι για να σημειωθεί ένα out δεν αρκεί μόνο ο επιτιθέμενος να κάνει ένα λάθος (strikeout), αλλά ότι θα πρέπει και η άμυνα να κάνει τα πάντα σωστά.
Το περίεργο με αυτόν τον κανόνα είναι ότι ο δρομέας αν φτάσει στην πρώτη βάση με ασφάλεια στατιστικά ορίζεται ως strikeout, αλλά όχι out.

Throw: Είναι η πάσα από τον έναν αμυντικό στον άλλο και πολλές φορές στα ελληνικά αναφέρεται με την ακριβή μετάφραση της λέξης ως “πέταγμα” αν και δεν είναι απολύτως σωστό.

Triple: Με αυτή τη λέξη περιγράφεται ένα hit που είναι τόσο καλό και επιτρέπει στον ροπαλιστή να φτάσει ως την τρίτη βάση.

Triple play: Πρόκειται για την πιο εντυπωσιακή αμυντική φάση, όπου η άμυνα βγάζει διαδοχικά out τρεις επιθετικούς. Για να σημειωθεί ένα triple play πρέπει να μην υπάρχει out, και να βρίσκονται τουλάχιστον δύο δρομείς στις βάσεις, ώστε η άμυνα να καταφέρει να τους βγάλει όλους out. Το πιο απλό triple play σημειώνεται όταν η μπάλα χτυπηθεί δυνατά προς τον παίκτη της τρίτης βάσης, εκείνος πατήσει γρήγορα την τρίτη βάση (ένα out) δώσει πάσα στη δεύτερη βάση (δεύτερο out) και τέλος ο παίκτης που δέχθηκε τη μπάλα τη στείλει στην πρώτη βάση (τρίτο out).

 

U

Unassisted Double Play (ή Triple Play): Ως unassisted χαρακτηρίζεται το Double Play όπου ένας παίκτης βγάζει out δύο αντιπάλους χωρίς να χρειαστεί να δώσει τη μπάλα σε άλλον συμπαίκτη του. Πάντως το πλέον σπάνιο είναι το Unassisted Triple Play το οποίο έχει επιτευχθεί μόλις 15 φορές στην ιστορία της MLB και σημειώνεται ως εξής: Η πρώτη και η δεύτερη βάση είναι γεμάτες. Ο ροπαλιστής χτυπάει μία δυνατή μπαλιά που πιάνεται στον αέρα συνήθως από τον παίκτη της δεύτερης βάσης ή τον Short Stop. (ένα Out) Αμέσως εκείνος πατάει τη δεύτερη βάση και βγάζει out το δρομέα που είναι εκεί και δεν έχει προλάβει να επιστρέψει (δεύτερο out) και τέλος ακουμπά τον δρομέα που νομίζοντας ότι η μπάλα έχει φύγει στο outfield έρχεται από την πρώτη βάση (τρίτο out). 

 

W

Walk: Είναι η ελεύθερη πρόσβαση στην πρώτη βάση (περπάτημα) που αποκτά ως δικαίωμα ο ροπαλιστής όταν ο pitcher του στείλει 4 άστοχα pitch (balls). Αρχικά όταν πρωτοδημιουργήθηκε το Baseball το walk δινόταν στα 9 balls (!!!) καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια, στις αρχές του 1900 έπεσε στα 4 που είναι σήμερα. Επίσης χάνετε στα βάθη της ιστορίας ποιος ήταν ο πρώτος που έτρεξε προς την πρώτη βάση, κάνοντας την ονομασία του Walk λίγο ανούσια καθώς πλέον είναι σχεδόν επιβεβλημένο από τους άγραφους κανόνες του Baseball, ο δρομέας που κερδίζει ένα περπάτημα να πηγαίνει με ελαφρύ τροχάδην στην πρώτη βάση. Επίσημα πάντως η ονομασία του Walk είναι Base on Balls και γι’ αυτό στατιστικά το Walk εμφανίζεται ως BB.

Walk Off: Έτσι ονομάζεται μία νίκη η οποία γίνεται με χρυσό run στο τελευταίο inning ή σε παρατάσεις που έχουν ακολουθήσει την ισοπαλία. Το Walk Off επιτυγχάνεται μόνο από τους γηπεδούχους, οι οποίοι στην τελευταία τους επίθεση σημειώνουν ένα run οπότε το παιχνίδι τελειώνει.

Warning Track: Είναι η χωμάτινη λωρίδα που βρίσκεται περιφερειακά του γηπέδου. Ο λόγος που υπάρχει είναι ώστε όταν ένας αμυντικός πατά πάνω σε αυτή ενώ ταυτόχρονα κοιτάει ψηλά για να πιάσει μία μπάλα, να καταλαβαίνει από την αλλαγή του εδάφους από γρασίδι σε χώμα ότι πλησιάζει προς τα όρια του γηπέδου, ώστε να μειώσει ταχύτητα και να είναι πιο προσεκτικός για να μη συγκρουστεί με πολύ φόρα στον τοίχο που ορίζει το τέλος του γηπέδου.

Wild Card: Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονται οι δύο επιπλέον θέσεις που καταλαμβάνουν οι καλύτεροι δεύτεροι στη βαθμολογία της American League και της National League, συμπληρώνοντας την οκτάδα των ομάδων που περνάνε στο Postseason.

Wild Pitch: Είναι το εντελώς άστοχο pitch, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να φύγει η μπάλα από τον catcher επιτρέποντας συνήθως στους δρομείς των αντιπάλων να προωθηθούν μία βάση και πολύ συχνά να σκοράρουν.

Wind Up: Ο όρος κυριολεκτικά σημαίνει κούρδισμα και αναφέρεται στην κίνηση του pitcher ο οποίος συγκεντρώνει δύναμη προτού εξαπολύσει τη μπάλα με όλη του τη δύναμη προς τον Catcher.

WHIP: Είναι ένα στατιστικό το οποίο μετράει την σταθερότητα ενος Pitcher. Σημαίνει Walks + Hits per Inning Pitched. Είναι δηλαδή ο μέσος όρος των χτυπημάτων που δέχεται ένας pitcher και των walks που επιτρέπει. Με αυτόν τον αριθμό (που όσο χαμηλότερος τόσο καλύτερα) υπολογίζεται πόσοι δρομείς ανεβαίνουν στις βάσεις κατά μέσο όρο στην διάρκεια του παιχνιδιού που συμμετέχει ένας pitcher.

World Series: Είναι η υπέρτατη σειρά παιχνιδιών στην Αμερική που αναδεικνύει τον πρωταθλητή όλης της χώρας. Στο World Series συμμετέχουν οι πρωταθλητές της National League και της American League. Ο νικητής είναι εκείνος που θα κερδίσει τέσσερις αναμετρήσεις.  Δηλαδή μπορούν να γίνουν το ανώτερο 7 παιχνίδια.

4.5/5 κατάταξη (6 ψήφοι)

Σελιδοδείκτες

Μοίρασε το

Τα νέα της MLB

MLB News Index

MLB News Index
  • A's rookie Matt Chapman remained in the hospital Friday with a left knee infection but has made "significant progress," according to manager Bob Melvin.

  • A complete breakdown of which 2017 Draft picks from the first 10 rounds have agreed to terms, along with their reported bonuses and starting assignments.

  • The Orioles reinstated Darren O'Day from the 10-day disabled list prior to Friday's game, a move that Baltimore hopes helps stabilize the bullpen and is the beginning of getting back on the right track.

  • Luis Castillo's ability to mix his changeup and fastball was one of the reasons the Reds called up Castillo to make his Major League debut against the Nationals on Friday night. The Reds made room for Castillo by sending Amir Garrett to Triple-A Louisville.

Facebook